Μεταβιζαντινα sgraffity

Φεβ 03, 2009

Γράφει ο Γεώργιος Κ. Γοuργιώτης

 

Τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπιστεί γύ­ρω από τη Λάρισα, από το πλήθος των επιφανειακών οστράκων, πολλές θέσεις βυζαντινών οικισμών' άγνωστες είναι οι αιτίες καταστροφής και εγκατάλειψής .τους. Οι θέσεις αυτές, άλλοτε βυζαντινά χωριά, σή­μερα είναι αρώσιμα χωράφια, όπου καλλιεργούνται σιτάρι και βαμβάκι. Με την άρωση το έδαφος, σε μι­κρό σχετικά βάθος, ανακινείται, με αποτέλεσμα να έρχονται στην επιφάνεια ευρήματα παλαιότερων εποχών, κυρίως κεραμικά. Τα περισσότερα από τα όστρακα αυτά αποτελούν τα γνωστότατα, στους ασχολουμένους με τη βυζαντινή κεραμική, sgraffiti (=εγχάρακτα κεραμικά). Στα όστρακα που έχουν συλλεγεί ανευρίσκονται όλες οι γνωστές παραλλα­γές του βυζαντινού sgraffito των τελευταίων αιώνων. Μαζί με αυτά, όμως, βρίσκονται και όστρακα - πολλές φορές και ολόκληρα σχεδόν αγγεία - ποικιλμένα με sgraffito, αλλά μιας άλλης τεχνοτροπίας, εμφανώς διάφορης από τη βυζαντινή, παρά την κάποια μακρι­νή συγγένειά τους. 

    Τα σχήματα των κεραμικών αυτών αντικειμένων, με εξαίρεση τα λαγήνια, παραμέ­νουν, αναντίρρητα, παραδοσιακά (πινάκια, κύφοι, γαβά­θες κ.λπ.). Η διακόσμηση, όμως, δεν ακολουθεί την προ­σεκτικά οργανωμένη σύνθεση των βυζαντινών θεμάτων, αλλά με μιαν απλοϊκή ελευθερία στη σχηματοποίηση των φυτι­κών μοτίβων ή των θε­ματολογικών σχε­δίων καλύπτει τολ­μηρά τις επιφάνειες του αντι­κειμένου. Στα λαγήνια, η δια­κοσμητική σύν­θεση αναπτύσσεται σε οριζό­ντιες ή κατακόρυ­φες ζώνες, με ελεύ­θερα γραμμικά σχέ­δια (συνηθισμένο θέμα είναι οι σπειροειδείς γραμμές), ή κοσμούνται με σχηματοποιημένες φυτικές παραστάσεις. Συνήθως, χρωματιστές πινελιές - κάτω από την εφυάλωση -, ριγμένες χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο, τονίζουν τη σύνθεση. Η τεχνική, σε μερικά από τα ευρήματα, πα­ρουσιάζεται φανερά πλημμελής. Η εφυάλωση κρακε­λάρει (παρουσιάζει πυκνά ραγίσματα) ή απολεπίζε­ται, ελαττώματα που οφείλονται στο κακό συνταίρια­σμα υαλώματος και βασικής μάζας (πηλού)(1). Η έρευνα απέδειξε ότι πρόκειται για μεταβυζαντινά sgraffiti.

Ως προς την τεχνική των εγχάρακτων κεραμικών, ο αγγειοπλάστης, αφού δώσει τη μορφή που θέλει στο αγγείο, το καλύπτει με λευκό επίχρισμα (μπαντανάς). Στη συνέχεια, με αιχμηρό εργαλείο χαράζει το σχέ­δια, απομακρύνοντας το επίχρισμα ως το βάθος του πηλού. Πολλές φορές, όταν το σχέδιο το απαιτεί, αφαιρεί και μεγάλα τμήματα επιχρίσματος, με ειδική σπάτουλα. Εμβαπτίζει, στη συνέχεια, το αγγείο στο υδαρές υάλωμα - που, μετά το ψήσιμο, θα του δώσει στεγανότητα και λάμψη  και τελικά το εισάγει στον κλίβανο. Έτσι, στο ψημένο αντικείμενο οι χαράξεις του σχεδίου παρουσιάζονται σκουρόχρωμες, σε αντί­θεση με την άλλη επιφάνεια. Η τεχνική αυτή παρου­σιάζεται στο Βυζάντιο κατά τον 120 αιώνα. Από τότε, και ως την πτώση της αυτοκρατορίας, επικρατεί ως βασική έκφραση κόσμησης των κεραμικών. Ξένοι ερευνητές, που ασχολήθηκαν με τα βυζαντινά κερα­μικά - και είναι λιγοστές οι μελέτες πάνω σε αυτά - , διατείνονται ότι, με την επικράτηση των Τούρκων στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, η διακόσμηση των κε­ραμικών αλλάζει μορφή. Παραδέχονται ότι το sgraffito, που ως καλλιτεχνική έκφραση έδωσε λα­μπρά δείγματα, εγκαταλείπεται, και η διακόσμηση ακολουθεί απλούστερη τεχνική (2).

Αν η παραδοχή αυτή είναι αληθινή, σημαίνει ότι το μεταβυζαντινό sgraffito είναι αναβίωση μιας παλιάς τεχνικής. Η γνώμη, πάντως, του υπογράφοντος είναι ότι το sgraffito, ως τεχνική, δεν εξέλιπε οριστικά με την επικράτηση των Τούρκων, αλλά υπό τις νέες ιστο­ρικές συνθήκες, άλλαξε διακοσμητικό ύφος και επέ­ζησε για ένα απροσδιόριστο - για τη σημερινή έρευνα - χρονικό διάστημα, ώσπου παραγκωνίστηκε για χάρη μιας απλούστερης μορφής διακόσμησης, χωρίς να εγκαταλειφθεί εντελώς. Η άποψη αυτή στηρί­ζεται σε ευρήµατα που εντάσσονται στη μέση των ακραίων περιπτώσεων και στο γεγονός ότι στην Ιταλία (Bologna, κυρίως), από τον 150 αι­ώνα και μετά, το sgraffito γνωρίζει μεγάλη επι­τυχία (3). Και είναι γνωστές οι ιταλικές επιδρά­σεις στους Έλληνες τεχνίτες. Το μετα­βυζαντινό sgraffito αναβιώνει, στα μέσα του 190υ αιώ­να, µε έντονο δυναμισμό και λαϊκή δροσιά, όπου χρονολογίες και πολλές φορές σκωπτικοί στίχοι κοσμούν τα λαγήνια και τις κα­νάτες της εποχής αυ­τής. Σε κανέ­να, όμως, από τα χρονολογη­μένα αυτά κεραμικά δεν αναγράφεται τόπος προέλευσης. Πάντως, τα ανευρισκόμενα σε θεσσαλικές θέσεις sgraffiti είναι επείσακτα. Τα γνωστά µας "τσουκαλάδικα" δεν είχαν τη δυνατότητα να κα­τασκευάσουν υψηλής ποιότητας αντικείμενα.

 

 

Στο ερώτημα, σε ποιες περιοχές δουλεύτηκε το "ξυ­στό", απάντηση στηριγμένη σε έγκυρες αποδείξεις (3)

δεν υπάρχει. Η περιοχή, όμως, που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανό­τητες, κατά τη γνώμη του υπογράφοντος, είναι η Μι­κρά Ασία. Τα μεγάλα κέ­ντρα παραγωγής κεραμι­κών µε παμβαλκανική φήμη ήταν η Νίκαια (Insik), η Κιουτάχεια, το Τσανάκ - Καλέ. Οι Έλληνες µικρασιάτες αγγειοπλάστες υπήρξαν εμπνευσμένοι τεχνίτες. Ας µην ξεχνούμε ότι μικρασιά­της ήταν κι ο μπαρμπα-Μη­νάς της Θεσσαλονίκης (4), που µε τόση δεξιοτεχνία δού­λεψε το "ξυστό"(5). Εκτός από τα σκεύη καθημερινής χρή­σης που κοσμούνται µε sgraffito, διασώθηκε και μικρός αριθμός πινα­κίων, σε διάφορα μεγέθη, µε θρησκευ­τικές παραστάσεις. Το θεματολογικό υλικό προέρχεται από γνωστά πρότυπα, και η όλη ερ­γασία δείχνει προσεγμένη (6). Το πινάκιο που περιλαμβάνεται στην εικονογράφηση αυτής της μελέτης, ο γράφων πιστεύει ότι είναι κατά έναν αιώνα παλαιότερο από τα γνωστά των μέσων του 190υ αιώνα.

 

Σημειώσεις

1. Μ. Δάνος, "Πρακτικός οδηγός κερα­µικής "εκδ.ΕΟΕΧ, Αθήνα 1961. Μ. Δάνος, τέχνη της κεραµικής", εκδ.ΕΟΕΧ, Αθήνα 1969.

    2. D. Τ. Rice, "Byzantine Art", εκδ. Α. Pelican Book, Λονδίνο 1962.

3.  R. G. G. Ramsey, "The Complete Encyclopaedia of Antiques", εκδ. The Connoisseur, 1966.

4. Β. Κυριαζόπουλος, "Μηνάς και Δηµήτρης. Δύο Ελληνες λαικοί κεραµίστες", Νέα Εστία 975, 15.2.1968. Γ. Νικολακόπουλος, οµορφιά των κε­ραµικών", Ζυγός 3, 1973, Γ. Νικολακόπουλος, "Κε­ραµική: στα ίχνη µιας πανάρχαιας τέχνης", Συνερ­γασία 52, 1974. "Νεοελληνική Χειροτεχνία" (διεύθ. Εκδ. Στ. Παπαδόπουλος), εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1969.

5. τέχνη στη Θεσσαλονίκη", περιοδικό, τχ 8-9, Θεσσαλονίκη 1956.

6. Μ. Χατζηδάκης, "Κεραµουργήµατα µε ελληνικές επιγραφές" , Ζυγός, Φε­βρουάριος 1957.

 

 Λεζάντες φωτογραφιών

1 . Λάγηνος µε σπειροειδή δια­κόσµηση και χρωµατιστές πινελιές κάτω από το υάλωµα, µέσα 190υ αι. Λ.Ι.Μ.Λ

2. Πρόσθια και οπίσθια όψη διακοσµητικού πινακίου. Λ.Ι.Μ.Λ.

3. Κανάτα κρασιού µε σχηµατο­ποιηµένους φυτικούς κλώνους κα έµµετρους στίχους, 1859. Λ.Ε.Μ.Μ.

4.Τµήµα λαγήνου µε σπειροειδή διακόσµηση, µέσ 190υ αι. Λ.Ι.Μ.Λ

5.Όστρακο λαγήνου µε φυτικό διάκοσµο. Είναι φανε· ρή η απολέπιση του υαλώµατος, 1866. Λ.Ι.ΜΑ

6.Πινάκιο δισκοειδές διαµέτρου 13,2 εκ. Εικονίζει το Άγιο Δηµήτριο σε προτοµή και µετωπική στάση. Ιδιοτυπία του δισκαρίου, η ωχροκίτρινη εξωτερι . ταινία και το φωτοστέφανο του αγίου έχουν σχηµατιστεί µε στρώµα σµάλτου που επιστρώθηκε στο υάλωµα. Λ.Ι.Μ.Λ

7. Μικρός σκύ­φος µε λεπτά χείλη. Λ.Ι.Μ.Λ


 

Συντοµογραφίες

ΑΙ.Μ.Λ: Λαογραφικό Ιστορι­κό Μουσείο Λάρισας

ΑΕ.Μ.Μ: Λαο­γραφικό Εθνολο­γικό Μουσείο Μακεδονίας

 

Ο Γεώργιος Κ.

 

Γουργιώτης (1919 - 1996) ήταν µελετητής της βυζαντινής και µεταβυζαvτι­νής Θεσσαλικής κεραµικής. Οι εργασίες του δη­µοσιεύτηκαν στον τόµο : "Μι­κρά µελετήµα­τα", έκδοσης Λα­ογραφικού Ιστο­ρικού Μουσείου Λάρισας, το 2000.

Αναρτήθηκε από Apostolos Gagastathis στην κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ
0 σχόλια | Permalink



Σχόλια

Υπάρχουν 0 σχόλια ( + Προσθήκη Σχόλιου )


Ανάρτηση Σχόλιου

  • HTML Syntax: Επιτρέπεται η HTML