ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΡΑΚΗΣ Αλεξανδρούπολη
Απρ 24, 2009
Στη Θράκη, στους νεώτερους χρόνους, υπήρχαν γνωστά κέντρα κεραμικής στην Ξάνθη, την Κομοτηνή, την Αλεξανδρούπολη, τις Φέρρες, το Σουφλί, το Διδυμότειχο και τους Μεταξάδες.
Μετά το 1922, μεταξύ των προσφύγων συγκαταλέγονταν και έμπειροι αγγειοπλάστες, οι οποίοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη Θράκη συνεχίζοντας την παράδοση της αγγειοπλαστικής στην καινούργια τους πατρίδα. Με τις νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και τη διαφοροποίηση των υλών για την κατασκευή των κεραμικών (αργιλικό χώμα, ύλες για το γυάλωμα), η παραγωγή τους προσαρμόστηκε στα καθιερωμένα σχήματα των ντόπιων τσουκαλάδων που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των απλών νοικοκυριών. Στην Ξάνθη εγκατέστησε το εργαστήριο του ο Παναγιωτόπουλος από την Προύσα, ο Αβραάμ Αβραμίδης από την Κιουτάχεια, ο Γ. Τεκερλεκόπουλος από την Αδριανούπολη. Στην Κομοτηνή δούλεψαν ο Δήμητρας Νικολιός, ο Μιχάλης Κιουπτσής και ο Ιωαννίδης από τις Σαράντα Εκκλησιές, ενώ στις Φέρρες ο Αναστάσιος Γεωργιάδης από τη Μ. Ασία. Στο Σουφλί δούλευαν κεραμικά ο Βάγιας από την Ανατολική Θράκη, ο Χρήστος Παρθένας (11988) και ο Δημήτρης Παπαβλασακούδης που έπλαθε τσουκάλια μέχρι το 1985. Στην Αλεξανδρούπολη εγκαταστάθηκαν οι φημισμένοι για τα κεραμικά, αλλά κυρίως για τα πιθάρια τους, τσουκαλάδες της Αίνου.
Αινίτικα ήταν και τα κυλινδρικά πιθάρια που χρησιμοποιούσαν για τη βαφή των ρούχων όλοι οι μπογιατζήδες του νομού Έβρου. Άλλωστε, η παραγωγή και η εμπορία των πιθαριών συνετέλεσε στην οικονομική ευρωστία της συντεχνίας των τσουκαλάδων, που συνέβαλαν οικονομικά σε διάφορα κοινωφελή έργα της Αίνου, όπως στην ανέγερση του ιερού ναού του Αγίου Νικολάου, αργότερα Αγίου Βλασίου, της συνοικίας τους, όπως μαρτυρεί η επιγραφή «ΔΑΠΑΝΗ ΚΑΙ ΑΟΚΝΩ ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΥ ΡΟΥΦΕΤΙΟΥ ΤΩΝ ΤΣΟΥΚΑΛΑΔΩΝ 1839, 29 ΜΑΪΟΥ».
Στην περιοχή Διδυμοτείχου, η βυζαντινή κεραμική παράδοση συνεχίστηκε. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή πιστοποιεί την ύπαρξη 200 εργαστηρίων κεραμικών μόνο στην πόλη του Διδυμοτείχου (17ος αιώνας). Εξάλλου, οι ηλικιωμένοι Διδυμοτιανοί θυμούνται τα πλοία που έρχονταν στο ποτάμι και φόρτωναν τσουκάλια. Ο Ευάγγελος Αυγίδης, κληρονόμος αυτής της παράδοσης, έπλαθε κανάτια που θύμιζαν τα τσανακαλιώτικα, ενώ ο γιος του Κώστας Αυγίδης κατασκεύαζε πιάτα κυρίως μέχρι το 1950.
Στη δεκαετία του '50, το χωριό Μεταξάδες αριθμούσε πάνω από 60 τσουκαλάδες που έπλαθαν αγυάλωτα άχρωμα κεραμικά, οικιακής χρήσης κυρίως, και τα εμπορευόταν οι ίδιοι στα χωριά του Διδυμοτείχου με ανταλλαγή σε είδος. Ο Κώστας Βοϊβοντούδης είναι ένας από τους τελευταίους τσουκαλάδες που περιστασιακά παράγει κεραμικά μέχρι σήμερα. Στους Μεταξάδες, οι τσουκαλάδες γιόρταζαν της Ζωοδόχου Πηγής
Τα είδη που έπλαθαν στα τσουκαλαριά του νομού Έβρου ήταν κιούπια, αποθηκευτικά πιθάρια, τσκαλούδια μικρά και μεγάλα για το βρασμό οσπρίων, νταραούδια σε διάφορα μεγέθη, λαΐνες, λαϊνούδια, αρμεγάδες, τεντζερούδια (γιουβέτσια για κρέας), τσόλια (πήλινες βεντούζες), θυμιατά, γλάστρες, κουμπαράδες, μπρίκια, φουφούδες και σουρωτήρια. Τα ντόπια κεραμικά είναι είτε γυαλωμένα είτε αγυάλωτα.
Τα αγυάλωτα έχουν συνήθως μία ή δύο άσπρες περιμετρικές γραμμές και ανάμεσα μία κυματιστή. Στα γυαλωμένα, τα χρώματα που επικρατούν είναι το κεραμιδί, το καφέ, το πράσινο της ελιάς και το κίτρινο.
Τα πομάκικα κεραμικά είναι συνήθως αγυάλωτα. Τα ρηχά και βαθιά πιάτα, οι λαΐνες, τα μπρίκια (κανάτια με προχοή), τα σουρωτήρια και οι τεντζερέδες είναι αναγνωρίσιμα από το μαύρο-καφέ χρώμα με εγχάρακτη γραμμική διακόσμηση.
Γλωσσάρι
θυμιατό = θυμιατήρι < αρχ. επίθ. θυμιατός = κατάλληλος να καεί ως θυμίαμα Κιούπι = μικρό πιθάρι < τουρκ. kup = αγγείο, πιθάρι
Λαΐνι/λαγήνι < λαγύνιον, υποκορ. του λάγυνος = μεγάλο πήλινο αγγείο για υγρά Μπρίκια = κανάτια με προχοή < τουρκ. ibrik = κανάτα, κανάτι, υδρία
Πιθάρι = μεγάλων διαστάσεων συνήθως πήλινο αγγείο με πλατύ στόμιο, χωρίς ή με μικρές λαβές που το χρησιμοποιούσαν για την αποθήκευση και τη διατήρηση υγρών ή ξηρών προϊόντων < πιθάριον, υποκορ. του αρχ. πίθος = πήλινο οπτό πιθάρι
Σουρωτήρι = στραγγιστήρι από το σουρώνω, μεταγν. σειρώ = στεγνώνω
Τσουκάλι = α. πήλινο στρογγυλό και άβαθο σκεύος, β. πήλινη χύτρα και με επέκταση, κατσαρόλα < μεσν. τσουκκάλιν < τσούκκα < ιταλ. zucca = κολοκύθα ή < από το σλαβικό tsukal
Φουφού = κινητή εστία από λαμαρίνα, χυτοσίδηρο ή πηλό με τρία ή τέσσερα πόδια που το χρησιμοποιούσαν για μαγείρεμα < τουρκ. fufu < ελλ. φουβού < φουγού < βενετ. fogon = τετράγωνη ψησταριά για μαγείρεμα στα καράβια
Σχόλια
Υπάρχουν 0 σχόλια ( + Προσθήκη Σχόλιου )